Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Η ιστορική συγκυρία στην Ελλάδα είναι ένα εκκρεμές που ταλαντώνεται μεταξύ Σαντιάγο και Βαϊμάρης (Συνέντευξη στο περιοδικό «Μαρξιστική Σκέψη», Νο 9)


ΕΡ. Τον Ιούνιο του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε οριακά να αναδειχτεί πρώτο κόμμα, σήμερα όμως είναι διάχυτη η εντύπωση ότι θα υπερισχύσει στις επόμενες εκλογές και θα κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Για τον απλό κόσμο που πλήττεται από την κρίση αυτό αποτελεί μια ελπίδα και ένα βήμα εμπρός. Ποιοι όμως είναι οι όροι ώστε αυτό το βήμα να μη μείνει μετέωρο και να οδηγήσει σε ουσιαστικές ριζοσπαστικές αλλαγές;

ΑΠ.: Καταρχήν θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα. Για παράδειγμα, είναι άλλο πράγμα η «κυβέρνηση» και άλλο πράγμα η «εξουσία». Η κυβέρνηση είναι στην ουσία διαχείριση ενός υπάρχοντος συστήματος, για να γίνουν ουσιαστικές ριζοσπαστικές αλλαγές πρέπει να έχεις την εξουσία. Το κράτος είναι κομβικό σημείο. Η στάση απέναντι στο κράτος είναι κριτήριο που οριοθετεί την επαναστατική πολιτική από το ρεφορμισμό.
Η οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή (πχ., εθνικοποίηση τραπεζών, έλεγχος του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου, εργατικός έλεγχος στην παραγωγή) απαιτεί (για μια μεταβατική περίοδο τουλάχιστον) μια διαφορετικού τύπου κεντρική εξουσία που δεν στήνεται πάνω στο αστικό κράτος αλλά προκύπτει μέσα από τις μορφές αυτο-οργάνωσης των εργαζομένων.
Μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ή μια «αριστερή κυβέρνηση», όπως το σύνθημα που ρίχτηκε στις περασμένες εκλογές, θα κινηθεί μέσα στο πλαίσιο του αστικού κράτους και των δομών του.
Βέβαια, αυτό που επιδιώκει η πλειοψηφία που διαμορφώθηκε στο πρόσφατο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, είναι μια πολιτική που σαφώς θα κινείται στον άξονα του αστικού κράτους. Οι μεταρρυθμίσεις που επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αγγίζουν τις σχέσεις παραγωγής, αλλά αποτελούν μια εναλλακτική διαχείριση των επιπτώσεων της κρίσης, προφανώς με ελάφρυνση των λαϊκών στρωμάτων, δηλαδή κάτι που θα μπορούσε να κάνει ένα κλασικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα αν η σοσιαλδημοκρατία δεν είχε υποστεί τη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη των τελευταίων χρόνων.
Για να το κάνω ξεκάθαρο, η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να σπρωχτεί σε ουσιαστικές ριζοσπαστικές αλλαγές μόνο από ένα μαζικό εργατικό κίνημα σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.

ΕΡ.: Ας επιμείνουμε λίγο στο ζήτημα των όρων. Ένα πρώτο θέμα είναι ότι για να σχηματιστεί η κυβέρνηση της Αριστεράς θα χρειαστεί λογικά τη στήριξη και κάποιων άλλων δυνάμεων εκτός του ΣΥΡΙΖΑ. Ποιες μπορεί να είναι αυτές, με δεδομένη την άρνηση του ΚΚΕ;

ΑΠ.: Από ό,τι διαφαίνεται σήμερα, οι άλλες πολιτικές δυνάμεις εκτός ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να είναι οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και πολύ πιθανόν μια ΔΗΜΑΡ που στο όνομα της «εθνικής σωτηρίας» και της «ανάγκης να κυβερνηθεί η χώρα» θα προσπαθήσει να αγκιστρωθεί ξανά σε μια κυβέρνηση για να μη χάσουν τις θέσεις τους τα στελέχη της στον κρατικό μηχανισμό. Με δεδομένη λοιπόν την άρνηση του ΚΚΕ, μόνο ένα τέτοιο συνδυασμό μπορώ να φανταστώ σήμερα. Βέβαια, να τονίσω ότι δεν θέλω να μπω σε μια σεναριολογία, ούτε σε λογιστικές αλχημείες για κυβερνητικές πλειοψηφίες. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι αυτό το μείζον. Αυτό που περιέγραψα παραπάνω δεν είναι μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Είναι μια κυβερνητική συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ με δύο αστικά κόμματα. Θεωρώ ότι το νοητικό σχήμα «κυβέρνηση της Αριστεράς» μπορεί να πραγματωθεί μόνο με αυτοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ, υπό τις σημερινές συνθήκες πάντα.

ΕΡ.: Υπάρχει βέβαια το καίριο ζήτημα των κοινωνικών όρων επιτυχίας μιας κυβέρνησης της Αριστεράς. Ποιοι είναι οι μίνιμουμ αναγκαίοι μετασχηματισμοί ώστε να μην καταλήξει σε απλή κυβερνητική εναλλαγή; Αναφερόμαστε σε όλα τα πεδία, οικονομία, κράτος, νομοθεσία, κοινωνία. Και πάντα με δεδομένο ότι η κοινωνική αποδιάρθρωση επιδεινώνεται δραματικά, επομένως δεν αρκούν κάποιες οριακές αλλαγές…

ΑΠ.: Θα ήθελα να επισημάνω το εξής: ο όρος «κυβέρνηση της Αριστεράς» δεν έχει ταξικό ανάλογο. Η όποια κυβέρνηση χαρακτηρίζεται ως «αστική» ή «εργατική» ανάλογα με τα συμφέροντα της τάξης που εκπροσωπεί. Κατά την άποψή μου, αν μια κυβέρνηση προωθεί μια πολιτική που έχει στόχο να περάσουν τα μέσα παραγωγής στον έλεγχο της εργατικής τάξης, μια πολιτική εργατικού ελέγχου δηλαδή, είναι μια «εργατική» κυβέρνηση. Η κυβέρνηση που δεν θίγει το καθεστώς ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής είναι μια «αστική κυβέρνηση» και αυτό ανεξάρτητα από τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που προτίθεται να κάνει στην παιδεία, στην υγεία, στο ασφαλιστικό, στον κατώτερο μισθό κλπ.
Να τονίσω δε ότι σαφώς είναι προτιμητέα μια «αστική κυβέρνηση» με δημοκρατικές και κοινωνικές ευαισθησίες που εν μέρει μπορεί να εδράζονται στις αγκυρώσεις που μπορεί να έχει στα λαϊκά στρώματα, παρά μιά «αστική κυβέρνηση» λιτότητας, καταστολής και κοινωνικής αναλγησίας.
Αν μια «κυβέρνηση της Αριστεράς» απλώς θα διαχειριστεί το σύστημα με κοινωνική ευαισθησία ή θα μετεξελιχθεί σε κυβέρνηση των εργαζομένων (σε εργατική κυβέρνηση δηλαδή) αυτό θα εξαρτηθεί από τον ταξικό συσχετισμό στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Μόνο ένα μαζικό εργατικό κίνημα σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση θα μπορέσει να σπρώξει τον ΣΥΡΙΖΑ (ή την κυβέρνησή του) να υιοθετήσει μιά πολιτική με στόχο τον εργατικό έλεγχο στην παραγωγή.
Όσο δυνατότερο και μαζικότερο είναι το αντικαπιταλιστικό κίνημα τόσο περισσότερο ο ΣΥΡΙΖΑ θα ωθείται να εφαρμόζει τολμηρότερες πολιτικές προς όφελος των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων.
Κατά την άποψή μου, το κίνημα από τα κάτω θα πρέπει να επιβάλει την πολιτική του. Μια πολιτική μεταβατικών αιτημάτων στην οικονομία:
Ακύρωση όλων των Μνημονίων και Δανειακών Συμβάσεων με ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ, κατάργηση όλων των μέτρων που συνδέονται με αυτές.
Άμεση παύση πληρωμών προς τους πιστωτές και μονομερή διαγραφή ολόκληρου του δημόσιου χρέους.
Εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο όλων των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων.
Προστασία των ανέργων, απαγόρευση απολύσεων, αυξήσεις μισθών, συντάξεων και επιδομάτων ανεργίας, μείωση χρόνου εργασίας, σταθερή δουλειά για όλους, το κύριο βάρος των φόρων να επιβληθεί στο κεφάλαιο και τον συσσωρευμένο πλούτο.
Δημόσια δωρεάν υγεία. Εθνικοποίηση των ιδιωτικών μονάδων υγείας και κοινωνικής πρόνοιας.
Και στην κοινωνία:
Αποκατάσταση και διεύρυνση των δημοκρατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και των κατακτήσεων της εργατικής τάξης και των εργαζομένων.
Σταμάτημα των αντιμεταναστευτικών πογκρόμ, νομιμοποίηση των μεταναστών/ριών, πλήρη πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στους/στις μετανάστες/ριες.
Κατάργηση των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας που χρησιμοποιούνται απέναντι στο λαϊκό κίνημα.
Υιοθέτηση πολιτικών προστασίας του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας.
προώθηση πολιτικών για τη χρήση ήπιων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε ευρεία κλίμακα.
έλεγχο στην παραγωγή τροφίμων και προϊόντων διατροφής γενικότερα.
Μια τέτοια λογική μεταβατικού προγράμματος θα πρέπει να είναι κυρίαρχη.

ΕΡ.: Η πολιτική των μνημονίων είναι στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, αφού χωρίς την ανατροπή της δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Αναδιαπραγμάτευση, παύση πληρωμών, μέσα ή έξω από το ευρώ, μονομερείς ή μη ενέργειες, έχουν γίνει καθημερινές έννοιες. Ωστόσο, η συζήτηση διεξάγεται συχνά από μια στατική αφετηρία. Ας επιχειρήσουμε μια διαφορετική τοποθέτηση: πότε, σε ποιες συνθήκες, με ποιους όρους μπορεί να συμβεί το ένα και πότε θα γίνει απαραίτητο το άλλο;

ΑΠ.: Θα μιλήσω για το κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να γίνει εφικτή μια πολιτική που υποστηρίζει την ακύρωση όλων των Μνημονίων και Δανειακών Συμβάσεων, την άμεση παύση πληρωμών προς τους πιστωτές και τη μονομερή διαγραφή του δημόσιου χρέους.
Έχω ήδη θεωρήσει απαραίτητη την ανάπτυξη του υποκειμενικού παράγοντα και δεν θα επανέλθω. Για τους αντικειμενικούς όρους επιτυχίας μιας τέτοιας πολιτικής θεωρώ ότι είναι απαραίτητη η έξοδος από το Ευρώ και την Ευρωσυνθήκη.
Η έξοδος από το ευρώ είναι απαραίτητη, προκειμένου να υλοποιηθεί ο εργατικός έλεγχος στη νομισματική πολιτική, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του μεταβατικού προγράμματος. Να σημειώσω, ότι η έξοδος από το ευρώ προκύπτει ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής που στοχεύει στον εργατικό έλεγχο στην παραγωγή και όχι το αντίθετο.

ΕΡ.: Σήμερα επίσης γίνεται αρκετή συζήτηση για «Σχέδια Β», παραγωγική ανασυγκρότηση, κ.λπ. Έχει η ως τώρα συζήτηση στην Αριστερά αποσαφηνίσει αυτά τα ζητήματα και ποιες είναι, κατά τη γνώμη σας, οι πιο σημαντικές εκκρεμότητες;

ΑΠ.: Θεωρώ ότι η όλη συζήτηση από μερίδα της αριστεράς για «Σχέδια Β», παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας κλπ χάνει ένα βασικό σημείο: ότι η κρίση στην Ελλάδα δεν είναι αποτέλεσμα της στρεβλής παραγωγικής συγκρότησης της χώρας αλλά είναι μια έκφανση της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Τα οποιαδήποτε σχέδια παραγωγικής ανασυγκρότησης δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας αν δεν λαμβάνουν υπόψη τις εγγενείς αδυναμίες και αντιφάσεις του συστήματος που γεννούν τις κρίσεις. Με δεδομένο ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να συμμετέχει στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, έχω την άποψη ότι λύση τύπου παραγωγικής ανασυγκρότησης σε εθνικό πλαίσιο κινείται σε λάθος κατεύθυνση.

ΕΡ.: Από τις εκλογές του 2012 το ΚΚΕ επιμένει ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα διέφερε ουσιαστικά σε τίποτα από μια κυβέρνηση της ΝΔ και θα ήταν εξίσου επικίνδυνη για τους εργαζόμενους, απορρίπτοντας κάθε κοινή δράση με τις άλλες αριστερές δυνάμεις. Πώς κρίνετε τη στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ; Υπάρχουν κάποια πραγματικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν την ελπίδα πως μπορεί να αλλάξει, και αν όχι πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί; 

ΑΠ.: Ο προσανατολισμός του ΚΚΕ έχει στοιχεία από την τακτική της περιόδου των λαϊκών μετώπων την οποία επιχειρεί να συμβιβάσει με μια τακτική που εμπνέεται από την «τρίτη περίοδο» στη δεκαετία του 1930, όταν διαδοχικά η ανατροπή του καπιταλισμού θεωρούνταν αρχικά άμεσα προ των πυλών, με συνέπεια τη σταλινική γραμμή του σοσιαλφασισμού και κατόπιν θεωρούνταν ανεπίκαιρο ακόμη και το παραμικρό προχώρημα πέρα από την αστική δημοκρατία. Ωστόσο ο προσανατολισμός του ΚΚΕ δεν είναι επανάληψη της τακτικής της Κομιντέρν τη δεκαετία του ’30. Πολύ δε περισσότερο η ηγεσία του ΚΚΕ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «νεοτροτσκιστική», όπως γίνεται σήμερα συχνά από την εσωτερική αντιπολίτευση του ΚΚΕ στον προσυνεδριακό του διάλογο. Αυτό είναι μια γελοιότητα.
Η στρατηγική του ΚΚΕ είναι αυτή της διατήρησης των κομματικών δυνάμεων σε μια περίοδο που οι συνθήκες δεν χαρακτηρίζονται ευνοϊκές και ταυτόχρονα μια προσπάθεια αέναης συσσώρευσης των όρων για να καταστεί ξανά επίκαιρο το όραμα του σοσιαλισμού.
Αυτή η στρατηγική είναι καταστροφική για την ανασυγκρότηση του επαναστατικού υποκειμένου σ’ όλα τα επίπεδα (θεωρητικό, πολιτικό, συνδικαλιστικό, κ.ά.). Υποτάσσει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στα στενά συμφέροντα της γραφειοκρατικής ομάδας που διοικεί το κόμμα. Είναι μια στρατηγική συμπληρωματική με την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ που συνίσταται στην απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμένης πολιτικής ρήξης με το καπιταλιστικό σύστημα.
Θεωρώ ότι είναι λάθος η κριτική στον σεκταρισμό της ηγεσίας του ΚΚΕ να καταλήγει στην υιοθέτηση και προβολή σχημάτων παλιότερων εποχών, όπως το «αντιμονοπωλιακό μέτωπο», όπως αναδεικνύεται από την πολιτική που εκφράζει το Μέτωπο του Αλαβάνου, το Αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού αλλά και που βρίσκει χώρο και μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το σχήμα περί Αριστερού Ριζοσπαστικού Μετώπου.
Πιστεύω ότι χρειάζεται μια μεθοδική κριτική στην τακτική της ηγεσίας του ΚΚΕ που θα συνοδεύεται ταυτόχρονα από μια συστηματική απεύθυνση στη βάση, στους αγωνιστές του ΚΚΕ. Αλλά η κριτική στο σεκταρισμό, δεν θα πρέπει να είναι η ίδια σεκταριστική. Θα πρέπει να προτάσει την υιοθέτηση της τακτικής του ενιαίου μετώπου των οργανώσεων της εργατικής τάξης, της λογικής του μεταβατικού προγράμματος και της ουσίας της εργατικής δημοκρατίας στην κατεύθυνση της οικοδόμησης ενός ταξικά αυτόνομου συνδικαλιστικού κινήματος και ενός μαζικού επαναστατικού εργατικού κόμματος που θα συσπειρώνει την πλειοψηφία της τάξης.

ΕΡ.: Ενώ φυσικά δεν συμφωνούμε ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα ήταν το ίδιο με της ΝΔ, θα υπάρξει ο κίνδυνος να κάνει υπερβολικούς συμβιβασμούς και/ή να έχει παρόμοια τύχη με την κυβέρνηση του Αλιέντε. Πολύ περισσότερο όταν είναι βέβαιο ότι θα ασκηθούν αφόρητες πιέσεις από τη μεριά του διευθυντηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τι μας διδάσκει το παρελθόν σχετικά με αυτούς τους κινδύνους;

ΑΠ.: Το παρελθόν της Χιλής του Αλιέντε διδάσκει ότι το ΜΙΡ (Movimiento de Izquierda Revolucionaria, η αντικαπιταλιστική Αριστερά της Χιλής) είχε απόλυτο δίκιο. Βέβαια, ποτέ η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Έχω την αίσθηση, ότι η ιστορική συγκυρία στην Ελλάδα είναι ένα εκκρεμές που ταλαντώνεται μεταξύ Σαντιάγο και Βαϊμάρης.
Σε κάθε περίπτωση, για να αποφευχθούν τα ίδια λάθη της Χιλής, η όποια «κυβέρνηση της Αριστεράς» (όσο αντιφατικός κι αν είναι αυτός ο όρος) θα πρέπει να στηριχτεί πάνω στην οργάνωση του ίδιου του εργατικού κινήματος. Θα πρέπει να αναζωογονηθούν και να βαθύνουν οι δομές αυτοοργάνωσης που εμφανίστηκαν έστω εμβρυακά στην διάρκεια των αντιμνημονιακών αγώνων των προηγούμενων ετών.
Η όποια «κυβέρνηση της Αριστεράς» θα πρέπει να στηριχτεί στις λαϊκές συνελεύσεις στις γειτονιές και στις γενικές συνελεύσεις στους χώρους δουλειάς όπου θα συζητηθεί και θα εγκριθεί ένα μεταβατικό πρόγραμμα εξουσίας και φυσικά θα αποφασιστεί και ο τρόπος με τον οποίο το ίδιο το κίνημα από τα κάτω θα το εφαρμόσει.

ΕΡ. Στο ίδιο θέμα της κυβέρνησης της Αριστεράς διατυπώνονται κριτικές και από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, βασικά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Θα σημειώσουμε εδώ μερικές. Μια πρώτη είναι ότι η προοπτική ανόδου στην κυβέρνηση συνοδεύεται από μια διαρκή μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ προς πιο δεξιές θέσεις και θεσμικές προσαρμογές στα πλαίσια του συστήματος. Αυτό θα αποξενώσει τους εργαζόμενους, οδηγώντας σε ένα συνολικό συμβιβασμό με το κατεστημένο.

ΑΠ.: Αυτό ισχύει. Παράδειγμα η συμμαχία με τον Καμμένο.

ΕΡ.: Μια δεύτερη αντίρρηση είναι ότι όπου επιχειρήθηκε να ανατραπεί κοινοβουλευτικά ο καπιταλισμός ή έστω να εμποδιστεί έτσι ο φασισμός, τα σχετικά εγχειρήματα απέτυχαν. Κλασικά παραδείγματα η Χιλή του Αλιέντε και το Λαϊκό Μέτωπο στην Ισπανία. Υπάρχει, βέβαια, και η πρόσφατη εμπειρία της Βενεζουέλας, όπου ριζοσπαστικές αλλαγές στηρίχτηκαν και κοινοβουλευτικά. Πώς μπορεί να δούμε τη σχέση «κοινοβουλευτικού» και «εξωκοινοβουλευτικού», ή πιο γενικά, τη σχέση μεταρρύθμισης και επανάστασης στην εποχή μας; 

Απ.: Θα επαναλάβω ότι το κριτήριο οριοθέτησης από το ρεφορμισμό αποτελεί η θεωρία για το κράτος. Οι ρεφορμιστές έχουν την αυταπάτη ότι το αστικό κράτος μπορεί να ουδετεροποιηθεί. Δεν ισχύει αυτό. Αλλά επιτρέψτε μου να πω ότι αυτό από μόνο του, όσο και αν αποτελεί προϋπόθεση, δεν είναι αρκετό.
Πολλές φορές αναφέρομαι σε μια ιστορική εμπειρία που έζησα μέσα από τις επιτροπές αλληλεγγύης στη Σαντινιστική Επανάσταση. Εκεί το κράτος άλλαξε. Υπήρχε Σαντινιστική αστυνομία και Σαντινιστικός στρατός. Δεν ήταν αυτό όμως αρκετό. Έλειπε η πολιτική του εργατικού ελέγχου. Η πολιτική απέναντι στην ατομική ιδιοκτησία. Οι μεγάλοι ιδιοκτήτες δεν πειράχτηκαν. Διατηρούσαν τις ιδιοκτησίες τους, τις εφημερίδες τους, τα διάφορα άλλα προνόμια που είχαν. Η αναδιανομή της γης που έγινε δεν έφτανε. Το αποτέλεσμα το ξέρουμε.

ΕΡ.: Μια τρίτη αντίρρηση αφορά την αναγκαιότητα του εργατικού ελέγχου και της έναρξης μιας και προγραμματικά αποτυπωμένης διαδικασίας μετάβασης στο σοσιαλισμό. Υποστηρίζεται ότι χωρίς αυτό, ακόμη και η πιο ριζοσπαστική εκδοχή της αριστερής διακυβέρνησης, με έξοδο από το ευρώ, κ.λπ., θα οδηγηθεί μοιραία σε αδιέξοδο. Πόσο μάλλον η παραμονή στο ευρώ και την ΕΕ…

ΑΠ.: Συμφωνώ. Ανέλυσα παραπάνω ότι η πολιτική για τον εργατικό έλεγχο στην παραγωγή είναι η βασική πολιτική μιας κυβέρνησης που θέλει να υπερασπίσει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Δηλαδή μιας κυβέρνησης που διεκδικεί να είναι «εργατική» και όχι «αστική».
Μια τέτοια πολιτική εκ των πραγμάτων, εφαρμόζοντας τον εργατικό έλεγχο και στη νομισματική πολιτική θα προσανατολιστεί και στην κατάργηση του ευρώ. Η πολιτική της εξόδου από το ευρώ συγκρούεται με μια κεντρική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης μέσω της οποίας ο ελληνικός καπιταλισμός εντάσσεται στη διεθνή ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Από την άλλη δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το νόμισμα είναι μέσο ανταλλαγής, δεν συμπυκνώνει παραγωγικές σχέσεις. Προτεραιότητα είναι η αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων.

ΕΡ.: Είναι σαφές ότι οι δυνατότητες προώθησης ριζικών μετασχηματισμών θα εξαρτηθούν πολύ και από τη διεθνή κατάσταση. Για την ώρα δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή, όμως οι συνθήκες αλλάζουν. Μπορεί να γνωρίσουμε σύντομα μια ορμητική άνοδο των κινημάτων, όπως εκείνη στην εποχή των Λαϊκών Μετώπων το 1935; Τι προοπτικές και κίνδυνοι θα υπάρξουν τότε; Πώς βλέπετε γενικότερα το ρόλο των κινημάτων, με βάση τις εμπειρίες των τελευταίων ετών;

Με βάση τα σημερινά δεδομένα, θα έλεγα και της τελευταίας δεκαετίας, η κίνηση της τάξης και η ανάπτυξη των κινημάτων κοινωνικής κριτικής δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της περιόδου. Μεγάλη ευθύνη φέρουν οι ηγεσίες των πιο συγκροτημένων τμημάτων της οργανωμένης εργατικής τάξης που βρίσκεται συγκεντρωμένη στην Ευρώπη.
 Το τελευταίο διάστημα είδαμε την εργατική τάξη να δίνει ηρωικούς αγώνες από τα ανθρακωρυχεία της Αστούριας μέχρι τα αδαμαντωρυχεία της Νότιας Αφρικής και από τις φαβέλες της Λατινικής Αμερικής μέχρι τους δρόμους και τις πλατείες του μεσογειακού Nότου. Αγώνες ηρωικοί σε διάφορα μέρη του κόσμου αλλά χωρίς σύνδεση μεταξύ τους.
Η Λατινική Αμερική δεν τροφοδοτείται από τις εξελίξεις του εργατικού κινήματος στην Ευρώπη και το αντίστροφο. Οι κοινωνικές αντιστάσεις στην Ελλάδα μοιάζουν να μην μπορούν να διδαχτούν από τις αντίστοιχες αγωνιστικές εμπειρίες του Argentinazo.
Και λίγο γεωγραφικά παρακάτω οι εργατικές τάξεις και η επαναστατημένη νεολαία στο Μαγκρέμπ και την Αίγυπτο φαίνεται να δίνει ένα ηρωικό αλλά απομονωμένο αγώνα κατά της ισλαμικής αντίδρασης και των παλιών καθεστώτων.
Υπάρχει μια μεγάλη διαφοροποίηση στην αγωνιστικότητα ανάμεσα στις εργαζόμενες τάξεις του Νότου και του Βορρά.
Στις κεντρικές ιμπεριαλιστικές χώρες της ΕΕ τα κινήματα, παρά κάποιες σημαντικές αντιστάσεις (π.χ. ασφαλιστική μεταρρύθμιση στη Γαλλία το 2010, κινητοποιήσεις της νεολαίας για τα δίδακτρα στα πανεπιστήμια στη Βρετανία το 2011) και τη διάδοση πέρσι στην εδώ όχθη του Ατλαντικού του αμερικάνικου κινήματος των «καταλήψεων των δρόμων», βρίσκονται σε υποχώρηση και αμηχανία. Τα κινήματα στην Ευρώπη έχουν αποτύχει να συντονιστούν στοιχειωδώς.
Οι προσπάθειες συντονισμού, όπως το εγχείρημα ανασυγκρότησης του Κοινωνικού Φόρουμ στη Φλωρεντία, βρίσκουν ως κοινή βάση συμφωνίας τις πιο συντηρητικές εκδοχές του ευρωπαϊκού κινήματος με μια πλατφόρμα που συνοψίζεται στην πρόταξη του παραδείγματος της FED έναντι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, την πράσινη ανάπτυξη και την επιβολή φόρου στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές.
Η Αριστερά σε πολλές χώρες του ευρωπαϊκού «κέντρου» μοιάζει να υποχωρεί παρά να ενδυναμώνεται. Ακόμη πιο γενικευμένη όμως είναι η κρίση των πιο ριζοσπαστικών και αντικαπιταλιστικών τομέων της Αριστεράς στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Ο αντικαπιταλιστικός λόγος εμφανίζεται μειοψηφικός σε αντιδιαστολή με τον κυρίαρχο λόγο των ρεφορμιστικών εργατικών κομμάτων των οποίων ο ορίζοντας παραμένει ιδιαίτερα περιορισμένος.
Γενικώς, θεωρώ ότι η ανάπτυξη των αγώνων και της αριστεράς στην Ευρώπη διανύει μια περίοδο ύφεσης.

ΕΡ.: Προφανώς, οι οικονομικές εξελίξεις θα βαρύνουν επίσης πολύ στην πορεία των γεγονότων. Πρόσφατα αναλυτές όπως ο Σαμίρ Αμίν, ο Άλεξ Καλίνικος κ.ά. έχουν μιλήσει για επερχόμενη αποσταθεροποίηση στην ευρωζώνη. Τι θα συμβεί σε μια καταστροφική επιδείνωση, όπως π.χ. η κατάρρευση της Ιταλίας και/ή της Ισπανίας; Ποια θα είναι τότε η τύχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Πώς μπορούμε να παρέμβουμε στις εξελίξεις και τους μεγάλους διαφαινόμενους κινδύνους, ενόψει και της απειλητικής ανόδου του φασισμού;

Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι οι μελλοντικές παρεμβάσεις μας θα γίνουν μέσα στο πλαίσιο μιας έντονης επίθεσης του κεφαλαίου στην εργασία, και όσο η επίθεση αυτή δεν ανατρέπεται οι εργαζόμενοι θα συσσωρεύουν μια ψυχολογία ήττας.
Τα μνημόνια έχουν έναν τεράστιο υλικό αντίκτυπο που αλλάζει τα δεδομένα στο βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο της εργατικής τάξης. Ό,τι θεωρούνταν διαχωριστικές γραμμές το 2009, δεν είναι το 2013!
Ακόμη και οι προγραμματικές μετατοπίσεις του ΣΥΡΙΖΑ από τη διαγραφή του χρέους και την καταγγελία του μνημονίου στη διαπραγμάτευση των όρων του εδράζονται στη δραματική υλική υποβάθμιση της ζωής των εργαζομένων και την απογοήτευσή τους.
Έχει συμβεί μια συσσώρευση διαδοχικών ηττών και μια απογοήτευση από τις συνέπειες του αποσπασματικού τρόπου οργάνωσης των απεργιακών κινητοποιήσεων από τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες. Αλλά η τελική έκβαση της μάχης που δίνεται δεν έχει κριθεί ακόμα με ιστορικούς όρους.
Υπάρχει μια πρωτοφανής κοινωνική και πολιτική πόλωση με τον όγκο της εργατικής τάξης των αστικών κέντρων να πολώνεται προς τα αριστερά. Εκατομμύρια άνθρωποι στη χώρα έχουν την εμπειρία μιας διαδήλωσης, εκατοντάδες χιλιάδες την εμπειρία μιας απεργίας, δεκάδες χιλιάδες μιας συνέλευσης. Πρέπει να χτίσουμε πάνω στις εμπειρίες των αγωνιζομένων βάζοντας στην ημερήσια διάταξη ξανά και ξανά τα ζητήματα της αυτό-οργάνωσης των αγώνων, της αλλαγής των συσχετισμών στο εργατικό κίνημα, της πολιτικής στρατηγικής και του προγράμματος.

Ο Κώστας Σκορδούλης είναι καθηγητής Φυσικής και Επιστημολογίας Φυσικών Επιστημών στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών και στέλεχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.